«Και μ’ έψαχνε όλη η γειτονιά, του κύρη οι αφεντάδες, οι παραμάνες της Ανζέρ και οι μοναχοί της εκκλησιάς του Σαιν Μπενουά… Πίσω από τότε δεν ξαναγύρισα! Κι έτσι όρισα τη μοίρα με τα πόδια…»
« Α να ’χω ζώα! Τουλάχιστον επτά γάτες — οι δυο κατάμαυρες, και δυο σαν χιόνι κάτασπρες, για την αντίθεσι. Από σκυλιά, πιστεύω τρία θα μ’ έφθαναν. Θα ’θελα και δυο άλογα (καλά είναι τ’ αλογάκια). Κι εξάπαντος τρία, τέσσαρα απ’ τ’ αξιόλογα, τα συμπαθητικά εκείνα ζώα, τα γαϊδούρια, να κάθονται οκνά, να χαίροντ’ οι κεφάλες των.»